Μαρέ σεινά χαμό γελάς

Είχα πάει τις προάλλες σε μια ταβερνούλα για μπιφτέκια σπέσιαλ (το εννοούν). Δίπλα μας υπήρχε ένα τραπέζι τεράστιο. Να φανταστείτε πως οι δύο του κεφαλές (οι δυο άκρες) είχαν τέτοια απόσταση μεταξύ τους που αντίστοιχη συναντάς μοναχά σε έπαυλη Άγγλου Λόρδου ή καταστήματος της Nike στην Ινδία ή σε ταβέρνα που φημίζεται για τα μπιφτέκια της.

Όπως καταλαβαίνετε εγώ ανήκα στην τρίτη εκδοχή. Σιγά σιγά το τραπέζι γέμιζε, ακριβώς με τον ίδιο ρυθμό που άδειαζε το πιάτο μου (μεγάλο μπιφτέκι - ουφ - το παράκαναν με τη ντοματούλα στη σχάρα). Ο ένας μεσόκοπος άνδρας μετά τον άλλο, κατέφθαναν στο ραντεβού. Ειλικρινά τέτοιο χαμόγελο σε τόσους πολλούς άνδρες δεν έχω δει ούτε στο γήπεδο μετά από εντυπωσιακή νίκη. Αν δούλευα στην Colgate, θα είχα βρει αυτό που έψαχνα. Επίσης θα είχα βρει και καμμιά έκπτωση στις οδοντόβουρτσες αλλά ας μην πάμε εκεί (πάνε οι τροφές).

Σίγουρα δε γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Όποιος ερχόταν, κοίταζε τους παρευρισκόμενους, αναγνώριζε ένα-δυό γνωστούς και χάριζε ένα γάργαρο "Καλησπέρα σας" στους υπόλοιπους, οι οποίοι του το ανταπέδιδαν. Παρά τις προσπάθειές μου δεν κατάφερα να υποκλέψω τον κοινό παρονομαστή που τους είχε συγκεντρώσει εκεί (πέραν του καλού μπιφτεκιού φυσικά αλλά μου φαίνεται πως αυτό το έχετε καταλάβει μέχρι τώρα). Αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα πως ήταν αστυνομικοί που είχαν βγει για φαγητό μετά τη δουλειά αφού, όμως, πρώτα πέρασαν από τα σπίτια τους για να φρεσκαριστούν. Τ' ορκίζομαι πως τέτοια χαμόγελα πρέπει να είχαν όταν ήταν μικρά παιδιά. Δεν ανέδυαν μοναχά χαρά αλλά και μια αθωότητα, μια σκανδαλιά, ένα "Επιτέλους μόνοι". Μόνο η σφεντόνα τους έλειπε.

Είχαν μαζευτεί γύρω στους 15 όταν έσκασε μύτη μια... γυναίκα. Φτου ρε ούστη. Ξαφνικά τα χαμόγελα έγιναν σαν εκείνων των τύπων του "Μαλλιά για πάντα" (πριν). Δεν ήταν τόσο ότι τους ξενέρωσε, όσο ότι κάποιοι άρχισαν ν' ασχολούνται μαζί της, χαλώντας την ομοιογένεια του τραπεζιού. Άλλοι θυμήθηκαν πως πεινούν, άλλοι βάλθηκαν να παραγγείλουν κρασί.

Η ιστορία δεν καταλήγει πουθενά. Το ότι όμως τελικά πήραν την απόφαση και παράγγειλαν τρία μισόκιλα κρασί (για δεκαπέντε άνδρες!! και μια γυναίκα) για ν' αποφασίσουν ποιά από τις τρεις ποικιλίες (κόκκινο, λευκό, ροζέ) τους αρέσει, ε αυτό, όπως και η απόφαση, είναι 100% γένους θηλυκού.

καγκουρό εξ' ουρανού !



...τι θα καταλαβουμε; τι θα καζαντίσουμε;
το ερώτημα όμως δεν ήταν τι θα καζαντίσουμε; αλλά τι σημαίνει
καζαντίζω; μετά από τόσα χρόνια που το ακούω απόφάσισα να
τα ψάξω να μάθω τι σημαίνει "καζαντίζω".
Σκέφτηκα προς στιγμή να ανάψω τον προβολέα της gotham city που σχηματίζει την φιγούρα του Μπαμπινιώτη στον ουρανό της πόλης, αλλά δεν βαριέσαι; ας ανοίξω το λεξικό του.
Ενα από τα προβλήματα όταν ψάχνω μια λέξη στις 2.000 σελίδες του
λεξικού είναι ότι ως που να τη βρω, έχουν παρελάσει από μπροστά μου χιλιάδες λέξεις με αποτέλεσμα να ξεχνάω τι ψάχνω.
έτσι λοιπόν πλησιάζοντας στο καζαντίζω βλέπω ένα πλαίσιο με τίτλο
"καγκουρό - μάννα (το)" και αντιγράφω...
<< Από τις περίεργες συμπτώσεις στην ιστορία των λέξεων είναι και αυτή που συνδέει μια παράλληλη ετυμολογική προέλευση δύο άσχετων μεταξύ τους λέξεων, των λέξεων καγκουρό και μάννα (το). Αν αληθεύει (πράγμα που δεν είναι βέβαιο) ότι η λέξη καγκουρό προήλθε από τη λέξη "ka gouro" των ιθαγενών της Αυστραλίας, που σήμαινε <<δεν ξέρω>> ( απάντηση που δώθηκε κατά την παράδοση στον εξερευνητή J.Cook, όταν ρώτησε έναν ιθαγενή ποιό είναι το όνομα του πρωτόγνωρου για εκείνον ζώου), τότε η δημιουργία της λέξης μοιάζει με εκείνη της λέξης μάννα. Σύμφωνα με την Π.Δ. μάννα ήταν η ερώτηση <<τι είναι τούτο>> (από εβρ. man hu?) που απηύθυναν οι Εβραίοι μεταξύ τους με απορία, όταν ο Θεός τους έστειλε το μάννα αντί του άρτου. Επομένως, τόσο η λέξη καγκουρό όσο και η λέξη μάννα προήλθαν από τη δήλωση απορίας και άγνοιας για αυτό που δήλωσε τελικά κάθεμία από τις δύο λέξεις >>

Υ.Γ. τι σημαίνει "καζαντίζω" ; ααααα! ka gouro !

Σαγήνη ( ή η δύναμη κάποιου να γοητεύει)



Γιατί μας ελκύει το τέλος των πραγμάτων; Γιατί κανείς πλέον δεν υμνεί την αυγή, ενώ όλοι υμνούν τη δύση; Γιατί μας ελκύει περισσότερο η πτώση της Τροίας απ' όσο οι περιπέτειες των Αχαιών; Γιατί ενστικτωδώς σκεφτόμαστε την ήττα του Βατερλώ και όχι τη νίκη; Γιατί η τραγωδία έχει κερδίσει ένα σεβασμό που η κωμωδία δεν κατορθώνει να προκαλέσει; Γιατί αισθανόμαστε ότι το ευτυχισμένο τέλος είναι πάντα ψεύτικο; Γιατί οι νικημένοι είναι για τη μνήμη οι νικητές; Γιατί ο βίαιος θάνατος είναι τώρα τόσο εύκολος; Στο περίφημο κείμενό του για τη «σαγήνη του ολέθρου» ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες παρατηρεί ότι η εποχή μας είναι ικανή μόνο για την τραγωδία και την ελεγεία. Ο εφιάλτης είναι αρκετά πιο ελκυστικός από το όνειρο. Μια βόλτα στα δελτία ειδήσεων και στον τρόπο που παρουσιάζουν τα γεγονότα επιβεβαιώνει τον Αργεντίνο συγγραφέα. Χειμώνιασε και πάλι και πουθενά δεν υπάρχει χώρος για μια αχτίδα φωτός. Ο όλεθρος συνεχίζει να σαγηνεύει...

της Νατάσας Μπαστέα από ΤΑ ΝΕΑ.

τι καλοκαίρι κι αυτό ;



παίρνουμε ένα σκίτσο του Κυρ, προσθέτουμε μια επιτυχία ακόμα και έχουμε ένα αναμνηστικό του καλοκαιριού του 2004.
Ένα καλοκαίρι που δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
Τόσο έντονο που μας έλειψε ο Αύγουστος, ο μήνας της ραθυμίας και της ηρεμίας.
Ο μήνας που δεν υπάρχουν ειδήσεις και σημαντικά γεγονότα.
Αλήθεια που ήταν αυτός ο Αύγουστος φέτος;